Greek

ΓΙΑΝΝΟΣ ΛΑΚΦΙ (Lackfi Janos)

ΒΡΟΧΗ ΣΤΑΦΙΔΕΣ

Σε κάθε γωνιά του σπιτιού
φωλιάζουν σταφίδες
Κολλούν στη σόλα – δεν είναι
πινέζες, δεν ακούς κλικ μεταλλικό –
περπατάς και αγκιστρώνονται χάμω,
το ξέρεις, λοιπόν, πάει και τέλειωσε,
είναι πατημένες σταφίδες.
Συνηθισμένα πράγματα θα πείτε, και δίκιο θα ‘χετε
Δεν είναι όμως, διότι όλα μα όλα – ας παινέψω
λιγάκι και το ταπεινό μας σπιτικό –
αυτό που κρύβεται κάτω από το μουσαμά στο τραπέζι
της κουζίνας, η μύγα που στολίζει το κάλυμμα του κρεβατιού,
το βασικό συστατικό στο κουβάρι από τρίχες,
σκόνη, συνδετήρες και φλούδα λιόσπορο
μες στα συρτάρια, και το αναπάντεχο στολίδι
στο φρεσκοσιδερωμένο ζιπουνάκι του μωρού
όλα είναι σταφίδες μόνο
και τίποτα άλλο τίποτα.
Τον τελευταίο καιρό ανοίγεις ένα βιβλίο
και να σου πάντα μέσα μια σταφίδα,
να σε κοιτάζει ξεδιάντροπα και να σε περιπαίζει
αραγμένη στις σελίδες. Άλλες κρύβονται
στην πολύχρωμη παρέλαση των λαχανικών
στη σούπα και ένα εξαίσιο δείγμα τους
έπεσε πάει λίγος καιρός από ένα γράμμα μου.
Πρώτος εγώ θα σάστιζα
αν εξαφανιζόντουσαν.
Προχτές πήραν να ραίνουν ξαφνικά
τη γυναίκα μου στο μπάνιο
μια μια στην αρχή κι ύστερα έπεφταν βροχή
χείμαρρος όπως όταν αδειάζει ο τρυγητής
το κοφίνι του. Σημάδια αφήναν
σαν μικρές ουλές στο υγρό της δέρμα,
την σκέπασαν ολόκληρη.
Κι εγώ, που τους ξηρούς καρπούς ελάχιστα αγαπώ
και στα παιδιά πάντοτε τους αφήνω,
τι μ’ έπιασε δεν ξέρω, βάλθηκα να τσιμπολογώ
από το κορμί που αναρριγούσε
την πλούσια αυτή σοδειά
σταφίδες που ευωδιαστές στα χέρια μου κολλούσαν

ΣΗΜΕΙΑ ΕΠΑΦΗΣ

Ξεκινώντας για τη δουλειά μου εκείνο το πρωί
κοντοστάθηκα με τη βαριά μου τσάντα
κι ο σκύλος με τριγύριζε, τριβόταν και τρύπωνε
όλο πονηριά ανάμεσα στην πόρτα και στο πόδι μου,
στην πόρτα και την τσάντα, την τσάντα και το πόδι μου
κι έτσι όπως μπερδεύτηκα
το πόδι του έπιασα στην καγκελόπορτα
ήρθε το απόγευμα και το έγλειφε ακόμα
δεν το είδα βέβαια εγώ
μου το διηγήθηκες μετά εσύ.
Είχες ξυπνήσει τη μέρα εκείνη όπως πάντα,
έβγαλες το σκύλο,
κι άρχισες ύστερα όπως κάθε πρωί
να τρέχεις σαν τρελή
σε κάθε τσαντάκι έβαλες δεκατιανό
κάθε στομάχι γέμισες με πρωινό
τετράδια, βιβλία, επιταγές σε κάθε σάκα,
βεβαιώσεις, υπογραφές σε κάθε μπλοκ
σε φάκελο μετρημένα τα λεφτά της εκδρομής,
σε κάθε πανωφόρι ένα παιδί
κι έπειτα στο τραπέζι σωριάστηκες και αποκοιμήθηκες
κλαψούρισε ο σκύλος και τινάχτηκες και έξω πετάχτηκες
μ’ άκουσες μανιασμένα να χτυπάω την εξώπορτα
τη μορφή μου διέκρινες πίσω από τη γυάλινη έξοδο
προς τι όλα αυτά δεν κατάλαβες
ούτε κι εγώ άλλωστε,
κάτι είπες μα η πόρτα ρούφηξε τις λέξεις
αλλά εγώ περίμενα, μήπως και άνοιγες,
κι ερχόσουνα να μου ζητούσες εξηγήσεις
και θα τις έδινα εγώ πίσω από το τζάμι.
Αλλά όχι. Όλη την ώρα τα σκεφτόμουνα αυτά
το τιμόνι ενώ κρατούσα
κι άφηνα πίσω τους λόφους γύρω,
λιβάδια, δέντρα κίτρινα, σωρούς από κοπριά,
τη μια πάνω στην άλλη θημωνιές, παρατημένα φορτηγά
χρόνια ατέλειωτα μες στα χωράφια
που θάβονται με τον καιρό βαθύτερα στο χώμα,
αυτά λοιπόν μου τριβελίζαν το μυαλό ενώ έκανα μάθημα,
και έπαιζαν κρυφτό πίσω απ’ των φοιτητών τα πρόσωπα.
Τώρα πιστεύεις πως επίτηδες έπιασα το πόδι του σκύλου
Επειδή είναι δικός σου κι αυτό φτάνει,
Επειδή εσύ τον ήθελες, από παιδί τον λαχταρούσες,
Εσύ τον φροντίζεις, τον ταϊζεις, τον δασκαλεύεις,
Τον ανταμείβεις, τον αγκαλιάζεις, τις βρωμιές του μαζεύεις
Σε μια σακούλα πλαστική στον κήπο, στη δική σου φωνή υπακούει
Όσο περνούσε η ώρα σιγουρευόμουνα ότι πίστευες
Πως το δικό σου πόδι στην πόρτα ήθελα να πιάσω.
Εσένα να πονέσω, και να φωνάξεις.
Μέσα μου σε κατηγορούσα, με κατηγορούσα.
Αρκεί να σήκωνα το ακουστικό, το ήξερα,
να ταλαντευόταν μετέωρο το καλώδιο σαν το ακορντεόν,
χίλιες φορές το ακουστικό να σήκωνα
παρά να τριγυρίζω όλη τη μέρα μ’ αυτό το γυλιό
γεμάτο αόρατα τούβλα,
έλα που ήξερα όμως ότι στο ακουστικό
κυλούσαν ορμητικά μέταλλα μυστηριακά
βαρίδι αληθινό και πού να το σηκώσεις.
Χαζές επιθυμίες εκδίκησης ξεχείλιζε ο γυλιός μου, πόνους μαζοχιστικούς
κι ήταν έντονοι αλήθεια, πίστεψε με,
τόσο έντονοι που να τους ξεστομίσω δεν μπορώ, και γίνομαι έτσι
ψεύτης, ξεχείλιζε ο γυλιός απ’ την κοινή μας τη μιζέρια
κι, έγινε ως το βράδυ ασήκωτος, μου τσάκισε την πλάτη, τα νεύρα και τη σάρκα, γιατί αν σε σένα δεν στηρίζομαι, παραπατώ
μέσα από την καγκελόπορτα και το τζάμι
και το κορμί μου θα έμενε άψυχο
αν τα χείλη μου δεν μπορούσαν να συναντηθούν
με το λαιμό, τη μύτη, το μέτωπο, το στόμα σου,
με τα κλειστά σου βλέφαρα.

Μετάφραση από τα γαλλικά: Τιτίκα Δημητρούλια – Χριστόφορος Λιοντάκης.